14 Ιαν 2017

Έρχεται το κίνημα «δεν κόβω τιμολόγιο»


Με το βλέμμα καρφωμένο στα έσοδα από την παρακράτηση φόρου που επιβάλλεται στα δελτία παροχής υπηρεσιών αλλά και στον ΦΠΑ θα ...πρέπει να είναι οι υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών καθώς το 2017, αναμένεται να κυριαρχήσει το κίνημα του «δεν κόβω τιμολόγιο».

Στελέχη της αγοράς επισημαίνουν τον κίνδυνο περιορισμού των συναλλαγών στα «χαρτιά» καθώς ο εκδότης του τιμολογίου θα είναι πολύ διστακτικός (έως αμετακίνητος) στο να μην εκδώσει το παραστατικό ειδικά αν δεν πληρωθεί ή αν πληρωθεί με τρίμηνη ή 6μηνη επιταγή. Στις τάξεις των εκατοντάδων χιλιάδων επαγγελματιών, το αντικίνητρο ήταν μέχρι τώρα ο ΦΠΑ. Τώρα το αντικίνητρο γίνεται ακόμη πιο ισχυρό καθώς επί του εισοδήματος θα επιβάλλεται και η ασφαλιστική εισφορά.

Ειδικά στις περιπτώσεις που η ασφαλιστική εισφορά θα παρακρατείται με την έκδοση του τιμολογίου (σ.σ αυτό θα συμβαίνει στις περιπτώσεις που ο ελεύθερος επαγγελματίας θα αντιμετωπίζεται ως «μπλοκάκιας») η παρακράτηση επί ενός δελτίου παροχής υπηρεσιών μπορεί να φτάνει και στο 50%.

Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο παράδειγμα:

Ο συνεργάτης έχει μέχρι δύο εργοδότες οπότε θα αντιμετωπιστεί και ασφαλιστικά και φορολογικά ως «μπλοκάκιας» ή ως μισθωτός. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Η ασφαλιστική εισφορά επί του Δ.Π.Υ της τάξεως των 1000 ευρώ, θα φτάσει στα 269,5 ευρώ ακόμη και αν ο συνεργάτης δεν έχει κάλυψη για επικούρηση και εφάπαξ. Επί των 1000 ευρώ θα γίνει και παρακράτηση 200 ευρώ για τον φόρο εισοδήματος του 2017 ενώ ο «μπλοκάκιας» θα πάρει από τον εργοδότη 240 ευρώ ΦΠΑ για να τα αποδώσει στην εφορία μέσω της τριμηνιαίας δήλωσης. Έτσι, στα 1000 ευρώ μεικτά, ο συνεργάτης θα εισπράξει 770,5 ευρώ και από αυτά θα πρέπει να δώσει τα 240 ευρώ για τον ΦΠΑ. Έτσι, θα του μείνουν 530 ευρώ. Είναι προφανές ότι το συγκεκριμένο δελτίο θα εκδοθεί μόνο αν ο εργοδότης είναι διατεθειμένος να πληρώσει. Κάτι αντίστοιχο αναμένεται να συμβεί και με τις αποδείξεις των ελεύθερων επαγγελματιών όπως οι γιατροί, οι δικηγόροι κλπ.

Χαρακτηριστικό το ακόλουθο παράδειγμα:

Ο ασθενής επισκέπτεται το ιατρείο του γιατρού για να κανονίσει την αμοιβή ενόψει της επικείμενης επέμβασης. Ο ίδιος γνωρίζει ότι με το καινούργιο καθεστώς όπως ισχύει από την 1/1/2017, για να υπάρξει έκπτωση φόρου από τη συγκεκριμένη δαπάνη, η πληρωμή του γιατρού θα πρέπει να γίνει μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή μέσω συσκευής POS με τις οποίες άλλωστε ήδη έχουν αρχίσει να τροφοδοτούνται αρκετά ιατρεία. Ο ιατρός από την πλευρά του γνωρίζει ότι για κάθε απόδειξη που θα εκδίδει, θα «φορτώνεται» με φόρο εισοδήματος (από 22% στην καλύτερη περίπτωση έως 45% στη χειρότερη), με εισφορά αλληλεγγύης (από 2,2% στην καλύτερη περίπτωση έως 10% στη χειρότερη) αλλά και με ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες μπορεί να ξεπερνούν ακόμη και το 27%. Δηλαδή, για κάθε απόδειξη των 100 ευρώ, η «καθαρή αμοιβή» του γιατρού δεν θα ξεπερνά τα 35-40 ευρώ.

Τι αναμένεται να γίνει στην πράξη;

Ο ασθενής, για μια αμοιβή 2000 ευρώ, στην καλύτερη περίπτωση θα εξασφαλίσει έκπτωση φόρου 200 ευρώ αλλά και την… ικανοποίηση ότι θα έχει συμβάλλει στην τόνωση των δημοσίων εσόδων. Ο γιατρός από την άλλη, στις 2000 ευρώ θα πρέπει να αποδώσει πάνω από 1200 ευρώ στην εφορία και στον ασφαλιστικό του φορέα και να συμβιβαστεί με τα 800 ευρώ. Τι αναμένεται να γίνει στην πράξη; Οι δύο πλευρές να τα «βρουν» κάπου στην μέση (π.χ στα 1300-1500 ευρώ) και το δημόσιο να μην εισπράξει ούτε ένα ευρώ.